Του Δημήτρη Καραλή.
Στις αρχές του θεσσαλικού
κάμπου και ζερβά του κεντρικού δρόμου Τρίκαλα - Καλαμπάκας, βρίσκεται ένα πανέμορφο χωριουδάκι που ονομάζεται Μεγάρχη.
Ξαπλώνεται γραφικά
μεταξύ τους πρόποδες του βουνού Κόζιακα και στις όχθες ενός χειμάρρου του Πηνειού ποταμού.
Είναι γεωργοκτηνοτροφικό χωριό όπως και τα περισσότερα χωριά της Ελλάδας. Εκεί
γεννήθηκε ο πατροπαππούς μου Γιάννος Καραλής παντρεμένος με την γιαγιά μου
Μαρία Γαλάνη που ήταν Σουλιώτισσα η γεννητική καταγωγή της. Απόκτησαν τρεις κόρες κ’ ένα γιο και ο
μοναχογιός τους Βασίλης,
παντρεύτηκε την κόρη του παπά του χωριού, Νικόλα Παπαγεωργίου η γνωστότερος
ως Παπανικόλας που την λέγανε Ουρανία. Ήταν
μια γερόκορμη πανέμορφη γυναίκα
με σγουροκόκκινα δασιά μαλλιά και πράσινα μάτια, αναμφισβήτητα είχε
κληρονομήσει τη προγονική της φλέβα απ’
τους αρχαίους μας Δωριείς.
Μαζί
τους έφεραν
στη ζωή οκτώ (8) παιδιά, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια, αλλά τα
δυο τους πέθαναν στην γέννα. Μεγαλύτερη ήταν η αδερφή μας που πέθανε
στα εβδομήντα τέσσερα
(74) χρόνια, και ο μικρότερος είμαι εγώ γεννημένος το 1942. Ο πατέρας
μου καίτοι γεωργός στο επάγγελμα,
ήταν αρκετά αναπτυγμένος διανοητικά για
την εποχή εκείνη, όπως με
πληροφόρησαν, διότι δεν είχα την τύχη
να τον αγρικήσω σχεδόν καθόλου. Τόσο
πολύ ήταν ανεπτυγμένος που τον λέγανε Σωκράτη ως παρατσούκλι
του. Ήταν συνάμα και πρόεδρος του χωριού μέχρι τον Αύγουστο το
1947 ώσπου εκτελέσθηκε για τις
προοδευτικές του απόψεις. Άφησε πίσω του
έξη (6) ανήλικα ορφανά παιδιά, το μεγαλύτερο ήταν η αδερφή μου 20
ετών και το μικρότερο
εμένα μόλις πέντε (5).
Αμέσως
μετά την εκτέλεση του πατέρα μας άρχισε και η απερίγραπτη τραγωδία για
όλη την
οικογένεια μας. Εκτός από την αρπαγή όλης της κινητής περιουσίας και
τα’ απάνθρωπα βασανιστήρια που υποφέραμε
όλοι μας, δεν τολμούσαν ακόμα και οι συγγενείς να μας πλησιάσουν
λόγου φοβίας κομουνιστικού στιγματισμού. Στην αναπτυξιακή παιδική
μου ηλικία, έβλεπα
τη Μάνα μου να ξυλοκοπάται βάναυσα απ’ οπλοφορημένους
των ΤΕΑ
και τα αίματά της να κυλάνε σαν ποτάμι. Τι πιο φριχτότερο πράμα για ένα
παιδάκι πέντε
(5) χρονών να βλέπει τη Μάνα του αναίσθητη καταγής πνιγμένη στα αίματα
και να σκούζει
κατατρομαγμένο ολομόναχο και εντελώς απαρηγόρητο;
Α……………. τέτοιες βάρβαρες εγκληματικές πράξεις δύσκολα γίνονται
πιστευτές σήμερα αν δεν τις έζησε κανείς στην πράξη. Αναρωτούμαι
ακόμη και τώρα, πως είναι δυνατόν να ξεπέφτει
ο άνθρωπος τόσο κτηνώδες χαμηλά; Τι έφταιγε άραγε η Μάνα μου; η ακόμη
περισσότερο τι έφταιγαν τα έξη(6) ανήλικα παιδιά της; Όλα τα αδέρφια
μου είχαν διασκορπιστεί κατατρομαγμένα ψάχνοντας να βρουν άσυλο όπου
κι όπου για να γλιτώσουν την άγρια θανατική τους εξόντωση.
Ο
μεγαλύτερος αδερφός μου ‘Θανάσης’ (τότε 17 ετών) ξυλοκοπήθηκε
βάναυσα μέχρι θανάτου και εγκατέλειψαν το αιματοβαμμένο πτώμα του
για λίγο ώσπου να σκάψουν λάκκο να το θάψουν. Εκ θαύματος όμως
αναστήθηκε στο μικρό
διάστημα αυτό, βρίσκοντας δύναμη και ψυχραιμία να δραπετέψει όπου
και σώθηκε σήμερα. Μέσα
σε ένα τέτοιο απερίγραπτο εγκληματικό περιβάλλον ξετυλιγόμουνα σαν
τη Ομηρική οδύσσεια. Όλη η πρωτόγονη και απερίγραπτη αυτή εγκληματική
κτηνωδία, αγανάκτησε την ψυχή μου σε τέτοιο βαθμό, που άρχισα να
βλέπω την ανθρωπότητα βάρβαρη και
επικίνδυνη να ζω ανάμεσά της. Μπαίνοντας
στο δημοτικό σχολειό στα επτά μου χρόνια, αναγκαζόμουνα να βοηθώ
παράλληλα και το σπίτι μου σε διάφορες γεωργικές
δουλειές όσο η ηλικία μου το επέτρεπε. Βοσκό-φρόντιζα
επί το πλείστον τα λιγοστά μας αρνάκια, διότι τα περισσότερα τα
παίρνανε οι ομάδες των ΤΕΑ να τα φάνε με το έτσι θέλω. Μέσα στην
απερίγραπτη αυτή άγρια ατμόσφαιρα είχα
υποστεί υπερβολική φοβία και ταχυκαρδία
αντικρίζοντας χωροφύλακες η και όπλο-φορεμένους «άνδρες» των ΤΕΑ.
Ακόμη και ψυχολογικό τραυλισμό άρχιζα να αποκτώ απ’ τον υπερβολικό
μου φόβο. Τη μόνη ελπίδα που έτρεφα μεγαλώνοντας, ήταν με πιο τρόπο
θα μπορούσα να αλλάξω χωριό,
πόλη η και κράτος ακόμη, ελπίζοντας να
βρω κάπου αλλού ευνοϊκότερο
ανθρώπινο περιβάλλον.
Μετά
από λίγα χρόνια στο
τοπικό γυμνάσιο Τρικάλων, (με λιμώδες
βιοτικές συνθήκες) κατάφερα να ξεφύγω σε ηλικία
δέκα πέντε(15) χρονών εγγραφόμενος στο τεχνικό
ίδρυμα της νήσου Λέρου. Επιστρέφοντας από εκεί παρέμεινα για λιγοστό
διάστημα στην Αθήνα όπου δεν είχα στον ήλιο μοίρα με το βεβαρημένο
κοινωνικό φρόνημα που κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου. Ούτε
και για σκουπιδιάρης δεν μ’ επέτρεπαν να εργασθώ σε δημόσια εργασία και
αισθανόμουνα ότι ζούσα ανεπιθύμητος και
παράνομος στη χώρα που γεννήθηκα. Απελπισμένος και πεινασμένος έφυγα
τελικά στη
Γερμανία σε πολύ νεαρή ηλικία. Κατέλεξα στην
Ολλανδία αργότερα όπου βρήκα πολιτισμένο περιβάλλον να δουλεύω αλλά
και να σπουδάζω συγχρόνως. Για πρώτη μου φορά
ένοιωσα κοινωνικά ελεύθερος να αυτοδημιουργηθώ
χωρίς την απάνθρωπη φρονηματική
διάκριση απ’ την πολιτισμένη και
αξιοθαύμαστη Ολλανδική πολιτεία.
Επιστρέφοντας
στην Ελλάδα το 1963 να υπηρετήσω τη στρατιωτική
μου θητεία, έγινα μόνιμος στόχος παρακολούθησης και καταπίεσης του στρατιωτικού
πληροφορικού γραφείου «Α2» (μυστικό δίκτυο που παρακολούθησε τους
στρατιώτες με αριστερό φρόνιμα) του 65ου συντάγματος
πεζικού της Δράμας. Με πίεζαν να αποκηρύξω το κομουνιστικό
κόμμα γραπτώς χρησιμοποιώντας διάφορα φασιστικά προσχήματα. Ακόμα και
την οικογενειακή αλληλογραφία μου κρατούσαν
για λογοκρισία, που την έπαιρνα μετά από
1-2 μήνες ανοιγμένη. Όσο με πίεζαν, τόσο περισσότερο με έσπρωχναν
πεισματικά
στον αριστερισμό, παρ’ ότι δεν με ενδιέφερε διόλου η πολιτική σε
τέτοια νεαρή ηλικία. Κύρια απασχόλησή μου τότε ήταν τι θα απογίνω
επαγγελματικά μετά το στρατιωτικό μου, και όχι
να σπαταλάω τα νιάτα μου με τα πολιτικά μοντέλα.
Με
προειδοποιούσαν, αυστηρά μάλιστα, ότι εάν θέλω να γίνω
φρονηματικά καθαρός και να αποφύγω το φρονηματικό μητρώο μου
μελλοντικά, θα πρέπει να ενεργήσω
έγκαιρα. Με φυλάκισαν σε απομόνωση διότι
πήγα να δω τη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη σε κινηματογράφο της Δράμας.
Κύρια κατηγορία μου ήταν ότι αψήφησα την διαταγή (λοχαγού του Α2) να
μην πάει κανείς στρατιώτης στην συναυλία
του Μίκη Θεοδωράκη.
Έβαζαν
στρατιώτες να με παρακολουθούν μέσα στο λόχο μου και κατά την έξοδό
μου στην πόλη να δουν με
ποιους πολίτες συναναστρέφομαι, τι λέω κι αν συχνάζω σε αριστερά
καταστήματα της
πόλης. Πρωτόγονη και πρωτάκουστη κτηνώδες βαρβαρότητα! Τελειώνοντας
τη στρατιωτική μου θητεία έφυγα αμέσως για το εξωτερικό, πικραμένος
για ακόμη μια
φορά και αποφασισμένος να μην επιστρέψω
πια στην πατρίδα μου κάτω από τέτοιες απάνθρωπες φασιστικές
συνθήκες. Το 1970 απεφάσισα να μεταναστέψω στην Νότιο Αφρική, μέσω
Ολλανδίας, όπου και συνέχισα τις σπουδές μου για μερικά ακόμη χρόνια
στον Ιατρικό κλάδο.
Τελειώνοντας το 1973 παντρεύτηκα με
Αγγλίδα σύζυγο όπου και αποκτήσαμε τρία παιδιά, δύο γιους και μια κόρη.
Μετά
από δέκα (10) χρόνια εργαζόμενος στο Ιατρικό κλάδο, άνοιξα την πρώτη
βιολογική κλινική στην Νότιο Αφρική, ίσως και στον κόσμο εάν δεν
κάνω λάθος, με μεγάλη επιτυχία.
Το
1979 είχα την τύχη να γνωριστώ με τον εθνικό μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο
κατά
την επίσκεψή μου στην Αθήνα όπου δεθήκαμε φιλικά μέχρι το θάνατό του.
Επωφελήθηκα απ’ τη γνωριμία μας αυτή και ειδικότερα στον πνευματικό
μου τομέα.
Το 1993 ανάλαβα την διοργάνωση ενός
Νέο-πλατωνικού συνδέσμου στην Νότιο
Αφρική, όπου προσέφερα και προσφέρω μέχρι και σήμερα της υπηρεσίες
μου πάνω στις φιλοσοφικές αντιλήψεις των αρχαίων
μας προγόνων. Διοργάνωσα και διοργανώνω
ακόμα συνέδρια για την Ελληνική και
παγκόσμια πρακτική φιλοσοφία, σε διεθνή κλίμακα, και δίνω διάφορες
ομιλίες που αφορούν άμεσα τον άνθρωπο στην καθημερινότητά
του. Αισθάνομαι περήφανος που γεννήθηκα Έλληνας και προσπαθώ όσο το
δυνατό να φανώ αντάξιος στην αρχαία ιερή κληρονομιά
μου που τόσο θαυμάζω κι αγαπώ!
Τώρα εάν τυχόν γεννάται το ερώτημα κανενός πως αντιμετωπίζω ένα τέτοιο άθλιο
παρελθόν ψυχονοητικά σήμερα, η απάντησή
μου είναι η εξής. Αν και δεν μπορώ ποτέ να to
ξεχάσω τόσο εύκολα, (ευτυχώς δεν πάσχω ακόμα από αμνησία) εντούτοις
όμως δεν μ’ αρέσει να το ανασέρνω
συχνά στην επιφάνεια, διότι το βρίσκω απίστευτα πρωτόγονο και
φρικώδες βάρβαρο. Παρά το φοβερό Γολγοθά που πέρασα με την υπόλοιπη
οικογένεια μου, δεν μ’ αρέσει να μισώ προσωπικά κανέναν. Δεν μ’
ευτυχεί να ανατρέχω πίσω στα βάρβαρα χρόνια του εθνικού μας διχασμού,
κρατώντας έχθρα,
μίσος και εκδίκηση σαν τους ελέφαντες στην ζούγκλα. Τέτοιου είδους
συμπεριφορά
είναι δείγμα υπανάπτυξης και τοποθετεί τον άνθρωπο σε χαμηλότερο
επίπεδο ακόμα κι απ’ τα ασυνείδητα κτήνη.
Αναπτυσσόμενος
και ωριμάζοντας κανείς, θα πρέπει να προσπερνά αυτά τα ζωώδες
στρώματα και να κοιτάζει στο μέλλον του πολιτισμένα, ανθρώπινα και
δημιουργικά. Παράδοξο, αλλά εντούτοις όμως αληθινό!
Παρά τον ψυχολογικό τραυματισμό που
με προξένησε αρχικά το δυσάρεστο παρελθόν μου, με ωφέλησε εν μέρη να
αναπτυχθώ πνευματοδιανοητικά στην πορεία μου αργότερα.
Ότι δεν μας σκοτώνει στη ζωή, λεει ο φιλόσοφος
Φρειδερίκος Νίτσε, μας κάνει δυνατότερους νοητικά και ψυχικά
αργότερα. Η υποφέρια και η καταφρόνησης μετατρέποντε
καμιά φόρα σε υπερφυσικά οχήματα που προωθούν τον νου και
την ψυχή σε ανώτερα πνευματοδιανοητικά επίπεδα. Σαν το φουσκωμένο τόπι, που
για να πηδήξει πολύ ψηλά, πρέπει να χτυπήσει δυνατά πρώτα καταγής. Η παρατεταμένη οικονομοκοινωνική εύνοια,
και η
αντίξοη βιοτική κακοτυχία, οδηγούν συνήθως τους ανθρώπους σε διαφορετικά
πνευματοδιανοητικά επίπεδα. Αυτά που η οικονομική
και κοινωνική εύνοια αγοράζει
πολλοί τα πιθυμούν, αλλά αυτά όμως που η υποφέρια συνήθως φέρνει κι αναπτύσσει
όλοι τα θαυμάζουν. Έξυπνα περίγραψε την υποφέρια και ο Γερμανός ποιητής Γκαίτε (Goethe)
με τον περίφημο τούτο στοίχο του.
“Όποιος δεν έφαγε ξερό ψωμί με δάκρυα και θλίψη,
Και δεν ξόδεψε ατέλειωτες ώρες κάθε νύχτα,
Θρηνώντας και ελπίζοντας ώσπου να ξημερώσει,
Α.... δεν σε γνώρισε ακόμα αόρατη μεγαλοδύναμη!”
Συμφωνώ απόλυτα μαζί
του, και ειδικότερα όταν η υποφέρια
έρχεται νωρίς στα νεανικά μας χρόνια, όπου αναπτύσσει το νου και την ψυχή ακόμα πιο
βαθύτερα.
Χαίρομαι
να
μαθαίνω την προκοπή και πρόοδο του κάθε ειλικρινή και εργατικό
συνάνθρωπό μου, τόσο στον
βιοτικό και διανοητικό του τομέα, όσο και σαν ευεργέτης για την
ανθρωπότητα γενικότερα. Η υπέρτατη ανθρώπινη αρετή είναι η
ψυχοδιανοητική του ανάπτυξης. Όσο
νωρίτερα καταλαβαίνει κανείς το
πραγματικό σκοπό στη ζωή του, τόσο γρηγορότερα
θα επωφεληθεί βιοτικά, ηθικά, διανοητικά
και πνευματικά. Σοφά το εξέφρασαν και οι
αρχαίοι προγονοί μας με το βαθύστοχο τούτο γνωμικό γραμμένο πάνω
στους Ιερούς τοίχους των Δελφών. “Αν
γνώς τι εστί άνθρωπος ιδίων έση», δηλαδή=
‘Εάν συνειδητοποιήσουμε το τι θα πει άνθρωπος, σίγουρα καλύτεροι θα γίνομε.”
Johannesburg,
Φλεβάρης του 2004